en
Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, φωτογραφία:  Αγγελος Ευαγγελίδης
Ο Ψαροχαφτούλης γνωρίζει τον τρόμο της φωτιάς

...να είχα και γω κίτρινα φτερά... Ο Ψαροχαφτούλης καθόταν πολύ ήρεμος και χάζευε τα χρώματα της ανατολής εκείνο το ζεστό καλοκαιρινό πρωινό. Η αύρα της θάλασσας του χαΐδευε γλυκά το ράμφος και η γαλήνη της λιμνοθάλασσας τον είχε συνεπάρει.

Τα χρώματα, οι πρώτοι ήχοι της ημέρας και οι άγουρες μυρωδιές του πρωινού, συνέθεταν έναν πραγματικό παράδεισο. Όλα έδειχνα πως θα’ ταν άλλη μια υπέροχη καλοκαιρινή μέρα και πως τίποτε δεν θα μπορούσε να διαταράξει την ομορφιά του τοπίου.

Έριξε την πρώτη του βουτιά κι αποφάσισε να πάει μια βόλτα στη θάλασσα, να παίξει στα ανοιχτά. Aλλωστε μια τέτοια μέρα δεν θα έπρεπε να μείνει ανεκμετάλλευτη. Η θάλασσα ήταν πραγματικά πανέμορφη και ο Ψαροχαφτούλης σκέφτηκε πως είχε τελικά πάρει την καλύτερη απόφαση. Τα νερά είχαν ένα βαθύ γαλάζιο χρώμα ενώ τα ρεύματα γέμιζαν ανατριχίλες την επιφάνεια του νερού. Μακριά διακρίνονταν κάποια δελφίνια που έπαιζαν με τα μικρούτσικα κύματα, συμμετέχοντας κι αυτά στη μαγεία του πρωινού. Ο Ψαροχαφτούλης πέταξε προς τα δελφίνια, βούτηξε, κολύμπησε, έπαιξε μαζί τους, ξεκαρδίστηκε με τις φιγούρες τους και ενώ ήταν έτοιμος να αρπάξει ένα ψαράκι, ξαφνικά ολόκληρο το σκηνικό άλλαξε.

Από μακριά ερχόταν ο θόρυβος μιας δυνατής μηχανής που αναστέναζε βαριά, και αγκομαχώντας πλησίαζε, ενώ ο θόρυβος όλο και δυνάμωνε. Στο βάθος φάνηκε ένα αεροπλάνο που όταν πλησίασε, βούτηξε στα νερά, μάζεψε νερό, έκανε ένα κύκλο κι εξαφανίστηκε προς τα εκεί απ’όπου είχε έρθει. Μετά ακολούθησε ένα δεύτερο αεροπλάνο που έκανε ακριβώς τα ίδια για να εξαφανιστεί κι αυτό με την σειρά του όπως και το προηγούμενο.

Δίψασα... Τα δελφίνια τρομοκρατημένα βούτηξαν κι εξαφανίστηκαν στα βαθιά νερά, ενώ ο Ψαροχαφτούλης πέταξε γρήγορα προς την ακτή και κρύφτηκε, όσο καλύτερα μπορούσε. Μαζί του όλα τα πουλιά της ακτής κι όλα τα ψάρια, βιάστηκαν να κρυφτούν όπου προλάβαινε ο καθένας. Το πελεκανάκι περίμενε να περάσει λίγη ώρα κι όταν τα αεροπλάνα δεν φαίνονταν και δεν ακούγονταν πια, τόλμησε να ξεμυτίσει από την κρυψώνα του. Το ίδιο έκαναν δειλά-δειλά κι όλα τα πλασματάκια γύρω του.

Σιγά-σιγά άρχισε να δημιουργείται ένα σούσουρο στην ακτή. Πουλιά, ερπετά και έντομα μαζεύτηκαν όλα μαζί, ψάχνοντας να βρουν μια εξήγηση. Ένας ενήλικος πελεκάνος -ο πιο θαρραλέος- αποφάσισε να πάει να δει τι είχε συμβεί. Δεν χρειάστηκε να λείψει για πολύ. Όταν γύρισε τους έδειξε με την φτερούγα τους προς την κατεύθυνση που είχαν πετάξει τα αεροπλάνα. "Φωτιά" τους είπε. "Μεγάλη φωτιά. Εκεί πέρα. Κοιτάξτε τους καπνούς!

Πράγματι στο βάθος διακρίνονταν ένα σύννεφο καπνού που όλο και μεγάλωνε σαν να ήθελε να κρύψει τον ήλιο. Η μυρωδιά του καμένου δέντρου άγγιζε τώρα της μύτες τους και όλα τα πλάσματα της ακτής σώπασαν θλιμμένα.

Ήξεραν πολύ καλά τι ήταν η φωτιά. Ήξεραν, πως όταν καίγεται ένα δάσος, καίγονται και πολλά ζωάκια, πολλές φωλιές και φυσικά πολλά μωρά αλλά και όλα τα δέντρα και τα φυτά. Ήξεραν πως η φωτιά δεν θα σταματήσει παρά μονάχα όταν δεν θα υπάρχει τίποτα άλλον για να κάψει. Ήξεραν πως η φωτιά ήταν ότι χειρότερο μπορούσε να συμβεί σ’ένα δάσος, πως θα χρειάζονταν πολλά χρόνια για να ξαναδημιουργηθεί και πως αυτά ίσως να μην προλάβαιναν στην μικρή ζωούλα τους να το ξαναδούν. Ήξεραν τέλος πως εκείνη την μέρα είχαν χάσει πολλούς φίλους, άλλους γνωστούς κι άλλους άγνωστους κι ο χαμός αυτός τους έκανε να νιώθουν πολύ βαριά την ψυχούλα τους.

Ξαφνικά από το βάθος άρχισαν να διακρίνονταν και πάλι τα αεροπλάνα. Τα πλασματάκια κρύφτηκαν, τα αεροπλάνα ήρθαν, πήραν νερό κι έφυγαν, τα ζωντανά βγήκαν από τις κρυψώνες τους κι αυτό το σκηνικό επαναλήφθηκε πολλές φορές εκείνη την μέρα μέχρι που έπεσε τα σούρουπο.

Είχε βγει το φεγγάρι κι η φασαρία όλου του πρωινού έδινε την θέση της στην ησυχία της νύχτας. Φλόγες διακρίνονταν από μακριά κι ο ουρανός σε μια γωνία του ήταν πολύ σκοτεινός. Κανένα πλασματάκι δεν είχε φύγει απ’ την ακτή. Όλα περίμεναν υπομονετικά, χωρίς κι αυτά τα ίδια να ξέρουν τι, κοιτώντας προς τα κει όπου είχαν εξαφανιστεί τα αεροπλάνα. Κάθονταν το ένα δίπλα στ’ άλλο σιωπηλά και στενοχωρημένα. Όταν σκοτείνιασε ήρθαν κι οι κουκουβάγιες, οι φρύνοι, τα ποντικάκια κι άλλα πολλά πλάσματα της νύχτας κι η παρέα μεγάλωσε, πάντα όμως μέσα στη σιωπή.

Η ώρα είχε πια περάσει, οι φλόγες είχαν χαμηλώσει κι η παρέα περίμενε ακόμα. Τότε, σαν σμήνος εμφανίστηκαν τα πρώτα τσουρουφλισμένα πουλιά. Με τα φτερά καμένα στις άκρες και με τη μαυρίλα του καπνού φανερή πάνω τους, τα πουλιά πλησίασαν στην ακτή. Κατέβηκαν, φανερά κουρασμένα και κάθισαν δίπλα στα πλάσματα της παραλίας. Κανένα δεν μίλαγε.

Πρώτη έσπασε την σιωπή μια σουσουράδα. Ήταν βουρκωμένη και διηγήθηκε σε όλους πως κάηκε η φωλιά της, πως έχασε τους νεοσσούς της. Τα ίδια έλεγε τώρα κι ένα χελιδόνι που πρόφτασε να σωθεί την τελευταία στιγμή, μα που τα μικρά του δεν στάθηκαν το ίδιο τυχερά. Ένα-ένα τα πουλιά του καμένου δάσους ξεδίπλωναν την ιστορία τους, η κάθε μια και πιο θλιβερή. Κι όταν συμπλήρωσαν όλα τις ιστορίες τους αναλογίστηκαν τα καμένα δέντρα, τα φυτά, αλλά και όλα τα άλλα ζώα, που δεν είχαν φτερά σαν τα πουλιά, και έτσι δεν πρόλαβαν να σωθούν από τις φλόγες.

Εκείνη την νύχτα κανένα πλάσμα της παραλίας δεν κοιμήθηκε, κανένα πλάσμα του δάσους δεν κούρνιασε. Το χάραμα, πέταξαν όλα μαζί προς το δάσος, πάνω από τα αποκαϊδια, αναζητώντας κάποια ίχνη ζωής, ελπίζοντας. Μάταια όμως. Το καλοκαιριάτικο πρωινό ξημέρωνε παντού όμορφο. Όμως, στο καμένο δάσος, όπου λιγοστά πουλιά πέταγαν αναζητώντας την ελπίδα, έμοιαζε σαν να’ χε σταματήσει για πάντα ο χρόνος.

Σκίτσα: Β. Χατζηρβασάνης

Ξεφτέρια

Email RSS Facebook Twitter YouTube
Copyright © 2017 Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία
Θεμιστοκλέους 80, 10681, Αθήνα,
Τηλ/Fax: 210 8228704, 210 8227937,
e-mail: info@ornithologiki.gr
Κομνηνών 23, 54624, Θεσσαλονίκη, Τηλ/Fax. 2310 244245,
e-mail: thess@ornithologiki.gr