Πλημμύρες, ξηρασίες, καταστροφές στις καλλιέργειες, μολυσμένα ποτάμια και ραγδαία αύξηση των τιμών στα τρόφιμα. Σε ολόκληρη την Ευρώπη, οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και της καταστροφής των οικοσυστημάτων δεν αποτελούν πλέον μακρινές απειλές – είναι ήδη εδώ. Και η Ελλάδα φυσικά δεν έχει μείνει ανεπηρέαστη. Από τις σοδειές που καταστρέφονται λόγω του καύσωνα, μέχρι τους ραγδαία αυξανόμενους λογαριασμούς του σούπερ μάρκετ ή τις ανεξέλεγκτες πλημμύρες, η υποβάθμιση της φύσης χτυπά την πόρτα των σπιτιών μας, επηρεάζοντας τόσο την καθημερινότητα, όσο και τα μέσα διαβίωσης των ανθρώπων.
Αυτό που πολλοί δεν έχουν ακόμα συνειδητοποιήσει είναι ότι η υγιής φύση είναι μία από τις ισχυρότερες άμυνές μας ενάντια στις απειλές αυτές. Δάση, υγρότοποι, λιβάδια και επικονιαστές δεν είναι απλώς όμορφα στοιχεία της φύσης — είναι ζωτικής σημασίας «υποδομές» στήριξης και προστασίας. Επιτελούν σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση της θερμοκρασίας των πόλεων, προστατεύουν τις καλλιέργειες από τον άνεμο και τη ζέστη, καθαρίζουν το νερό που πίνουμε, επικονιάζουν τα τρόφιμα και προστατεύουν τα σπίτια μας από τις πλημμύρες. Ωστόσο, σε ολόκληρη την Ευρώπη, το φυσικό αυτό «τείχος προστασίας» υποβαθμίζεται συνεχώς – και η υφιστάμενη οικονομική επένδυση της ΕΕ δεν αρκεί για να το προστατεύσει.
Το χρηματοδοτικό κενό είναι ξεκάθαρο: εκτιμάται ότι απαιτούνται 37 δισεκατομμύρια ευρώ* ετησίως για την αποκατάσταση και προστασία της βιοποικιλότητας στην Ευρώπη. Σε σύγκριση με άλλους τομείς του προϋπολογισμού της ΕΕ, πρόκειται για ένα σχετικά μικρό ποσό, ειδικά αν λάβουμε υπόψη τα άμεσα και μετρήσιμα οφέλη για τους πολίτες.
Καθώς η ΕΕ ετοιμάζει τον επόμενο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της - το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ) μετά το 2027 - βρισκόμαστε σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Θα συνεχίσει η Ευρώπη να υποχρηματοδοτεί τα οικοσυστήματα από τα οποία εξαρτόμαστε όλοι; Ή θα αναγνωρίσει επιτέλους ότι η επένδυση στη φύση είναι επένδυση στη βιωσιμότητα, στην πρόσβαση σε τροφή και νερό και στη δημόσια υγεία; Η απάντηση θα έπρεπε να είναι αυτονόητη.
Παρά τις μακροχρόνιες δεσμεύσεις που κατοχυρώνονται στη νομοθεσία της ΕΕ - από τις Οδηγίες για τα Πτηνά και τους Οικοτόπους, που αποτελούν ακρογωνιαίους λίθους της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της Ευρώπης, μέχρι τον πρόσφατα θεσπισμένο Νόμο για την Αποκατάσταση της Φύσης - η εφαρμογή τους καθυστερεί σημαντικά, κυρίως λόγω έλλειψης χρηματοδότησης.
Δυστυχώς, στις τρέχουσες διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό, η φύση ωθείται ξανά στο περιθώριο προς όφελος πολιτικά πιο ορατών ή βραχυπρόθεσμων στόχων. Το πρόγραμμα LIFE - ένα από τα πιο αποτελεσματικά εργαλεία της ΕΕ για τη προστασία και διατήρηση της βιοποικιλότητας - έχει αβέβαιο μέλλον, παρά την αποδεδειγμένη και μακροχρόνια επιτυχία του. Το LIFE αντιπροσωπεύει μόλις το 0,3% του προϋπολογισμού της ΕΕ, αλλά αποδίδει οφέλη που εκτιμάται ότι ξεπερνούν κατά δέκα φορές το κόστος του. Έχει χρηματοδοτήσει χιλιάδες έργα υψηλού αντίκτυπου σε ολόκληρη την Ευρώπη, φέρνοντας κοντά τοπικές αρχές, αγρότες, επιχειρήσεις και κοινότητες με κοινό σκοπό την αποκατάσταση των οικοσυστημάτων και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας ενάντια στις φυσικές καταστροφές και την κλιματική αλλαγή.
Πέρα από το LIFE, η χρηματοδότηση της βιοποικιλότητας βασίζεται σε μια προβληματική προσέγγιση «ενσωμάτωσης», με μικρές κατανομές μέσα από χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως η Κοινή Αγροτική Πολιτική ή τα Ταμεία Συνοχής. Την ίδια στιγμή, επιζήμιες επιδοτήσεις για τη φύση συνεχίζουν να δίνονται, υπονομεύοντας την περιβαλλοντική πρόοδο και καθιστώντας ακόμα δυσκολότερη την επίτευξη των κλιματικών και οικολογικών στόχων της ΕΕ.
Η απώλεια της φύσης δεν αποτελεί απλώς ένα περιβαλλοντικό ζήτημα, αλλά συνιστά ένα οικονομικό, κοινωνικό και ζήτημα ασφάλειας. Χωρίς ακμάζοντα οικοσυστήματα, η βιωσιμότητα των συστημάτων τροφίμων, η διαθεσιμότητα υδάτινων πόρων και η δημόσια υγεία στην Ευρώπη θα συνεχίσουν να υποβαθμίζονται. Τόσο οι αγροτικές όσο και οι αστικές κοινότητες θα βρεθούν αντιμέτωπες με αυξανόμενες προκλήσεις και αστάθεια, επηρεάζοντας συνολικά την κοινωνική και οικονομική σταθερότητα της ΕΕ. Όσο περισσότερο καθυστερούμε, τόσο μεγαλύτερο θα είναι το κόστος.
Η καθυστέρηση στην ανάληψη ουσιαστικών δράσεων αυξάνει τόσο το οικονομικό κόστος όσο και τον κίνδυνο για το μέλλον της ΕΕ. Οι Οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών σε ολόκληρη την Ευρώπη ζητούν εδώ και καιρό την ουσιαστική ενίσχυση και κατοχύρωση αποκλειστικής και επαρκούς χρηματοδότησης για τη φύση στον επόμενο προϋπολογισμό της ΕΕ, καθώς και την διασφάλιση ενός ισχυρού και βιώσιμου μέλλοντος για το πρόγραμμα LIFE. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για την υλοποίηση των δεσμεύσεων της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα και την αποφυγή μιας μη αναστρέψιμης οικολογικής ζημιάς.
Η επένδυση στη φύση συγκαταλέγεται στις αποδοτικότερες και σημαντικότερες επενδύσεις, με άμεσα και μακροπρόθεσμα οφέλη: καθαρότερος αέρας, ασφαλέστερες και πιο ανθεκτικές κοινότητες, ισχυρότερες οικονομίες και καλύτερη ποιότητα ζωής για τους πολίτες.
Ωστόσο, η ΕΕ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη φύση ως δευτερεύουσα προτεραιότητα κι ως έναν τομέα που χρηματοδοτείται μόνο και εφόσον υπάρξουν διαθέσιμοι πόροι. Αυτή η προσέγγιση δεν είναι απλώς βραχυπρόθεσμη. Είναι στρατηγικά επικίνδυνη.
Δεν υπάρχουν περιθώρια για άλλες δικαιολογίες. Αν ο επόμενος προϋπολογισμός της ΕΕ αποτύχει να διασφαλίσει ουσιαστική και επαρκή χρηματοδότηση για τη φύση, οι συνέπειες δεν θα περιοριστούν στην υποβάθμιση των οικοσυστημάτων, αλλά θα απειληθεί άμεσα η ευημερία, η ασφάλεια και η ανθεκτικότητα των ευρωπαϊκών κοινωνιών.

*Αξιολόγηση Εφαρμογής της Περιβαλλοντικής Νομοθεσίας 2025 – κόστος υλοποίησης της στρατηγικής της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα και του Νόμου για την Παρακολούθηση του Εδάφους (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί)